Διατροφή στην Οστεοαρθρίτιδα και την Αποκατάσταση

Διατροφή μετά από τραυματισμό μαλακών ιστών ή χειρουργική επέμβαση
Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να κατανοηθεί ο ρόλος της διατροφής στην αποκατάσταση μετά από τραυματισμό ή χειρουργική επέμβαση. Υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος νέου τραυματισμού μειώνεται κατά 64% εάν τηρούνται οι συνιστώμενες θρεπτικές προσλήψεις και ότι ο κίνδυνος αυτός μειώνεται περαιτέρω όταν λαμβάνονται τουλάχιστον δύο συμπληρώματα πρωτεΐνης ή υδατανθράκων την ημέρα.
Εξαιρετικά σημαντική είναι η πρόσληψη πρωτεΐνης μετά από έναν τραυματισμό μαλακών μορίων γι’ αυτό και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η άσκηση και η διατροφή συνδυαστικά έχουν πρωταγωνιστικό ρολό στον περιορισμό της μυϊκής ατροφίας! Για το λόγο αυτό πρέπει να ενημερωθεί ο ασθενής για την ημερήσια ποσότητα πρόσληψης πρωτεϊνών (1,6kg την ημέρα) και ιδανικά τη λήψη πρωτεΐνης εντός μίας ώρας από το ξύπνημα, το συγχρονισμός της με την άσκηση (πριν και μετά) και την ομοιόμορφη κατανομή της καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας (3-5 μερίδες).
Τα αμινοξέα είναι απαραίτητα για την επούλωση των τραυματισμών, όμως αντί να υπάρχει υψηλότερη μυϊκή σύνθεση, φαίνεται ότι αυτή είναι μειωμένη μετά από τραυματισμό ή παρατεταμένη ακινητοποίηση (αναβολική αντίσταση). Αυτό δυσκολεύει το σώμα να διατηρήσει τη μυϊκή του μάζα, συμβάλλοντας έτσι άμεσα στην μυϊκή ατροφία. Επιπλέον, οι μύες που βρίσκονται σε ακινησία (όπως συμβαίνει μετά από τραυματισμό/χειρουργική επέμβαση), δεν λαμβάνουν την ιδία ποσότητα πρωτεΐνης όσο οι μύες που λειτουργούν κανονικά.
Οι υδατάνθρακες είναι απαραίτητοι για την παροχή ενέργειας κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής άσκησης. Η προπόνηση σε κατάσταση νηστείας μπορεί να έχει οφέλη για την υγεία και τις επιδόσεις, αλλά πρέπει να αποφεύγεται μετά από τραυματισμό. Ο ημερήσιος στόχος είναι 3-5g υδατάνθρακα ανά kg σωματικού βάρους, αλλά οι υδατάνθρακες δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 60% των ημερήσιων συνολικών θερμίδων.
Εκτός από την σωστή πρόσληψη υδατανθράκων και πρωτεϊνών, δεν πρέπει να ξεχνάμε την επαρκή πρόσληψη βιταμίνης C και κολλαγόνου. Η βιταμίνη C είναι πολύ σημαντική για το μυοσκελετικό σύστημα, καθώς αυξάνει τη σύνθεση κολλαγόνου τύπου I, μειώνει τους δείκτες οξειδωτικού στρες και ενδεχομένως επιταχύνει την επούλωση των οστών. Το κολλαγόνο (λογικά) αυξάνει τη σύνθεση κολλαγόνου μετά την άσκηση, αλλά μέχρι σήμερα δεν είναι γνωστό εάν η συμπλήρωση κολλαγόνου είναι απαραίτητη.
Διατροφή και οστεοαρθρίτιδα
Είναι κατανοητό ότι το αυξημένο σωματικό βάρος επηρεάζει αρνητικά την οστεοαρθρίτιδα. Η απώλεια βάρους επηρεάζει θετικά τα συμπτώματα, ακόμη και όταν υπάρχει σημαντική βλάβη στον χόνδρο, γι' αυτό και εμείς ως φυσιοθεραπευτές θα πρέπει να προτείνουμε την διατήρηση του σωματικού βάρους μέσα στα φυσιολογικά όρια. Απώλεια ενός κιλού βάρους, προκαλεί μείωση του μηχανικού φορτίου στο γόνατο κατά τέσσερα κιλά!
Δεν υπάρχει σαφής σύνδεση μεταξύ υδατανθράκων και οστεοαρθρίτιδας, αλλά έχει αποδειχθεί ότι η αυξημένη πρόσληψη κορεσμένων και συνολικά λιπαρών τροφών επιταχύνει την εξέλιξη της οστεοαρθρίτιδας. Για τα ωμέγα λιπαρά, φαίνεται ότι υψηλότερη πρόσληψη ωμέγα 6 λιπαρών σε σχέση με τα ωμέγα 3 επιδεινώνει τα συμπτώματα της οστεοαρθρίτιδας, συνεπώς η μεγιστοποίηση της πρόσληψης ωμέγα 3, ίσως ακόμη και με κάποιο συμπλήρωμα διατροφής όταν είναι απαραίτητο, μπορεί να είναι αρκετά ωφέλιμη! Οι βιταμίνες D και Κ είναι σημαντικοί παράγοντες όσον αφορά την υγεία των οστών, επομένως δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αποδεικνύονται πολύτιμοι σύμμαχοι και στην υγεία των χόνδρων.
Η κατανάλωση συμπληρωμάτων διατροφής είναι κάτι σύνηθες γι’ αυτούς που παλεύουν με την οστεοαρθρίτιδα. Όμως στη πραγματικότητα δε προσφέρουν όλα τα συμπληρώματα το ίδιο. Για παράδειγμα η γλυκοζαμίνη είναι ένα δημοφιλές συμπλήρωμα, αλλά τα δεδομένα σχετικά με τη κατανάλωση της είναι αντικρουόμενα. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι βοηθάει, αλλά ισάριθμες μελέτες ότι δεν βοηθάει! Το συμπλήρωμα που ίσως αξίζει προσοχής είναι η κουρκουμίνη (το δραστικό συστατικό του κουρκουμά). Δεν υπάρχουν ακόμη πολλά στοιχεία σχετικά με την επίδραση της, αλλά ο μικρός αριθμός κλινικών μελετών που έχουν γίνει αποδεικνύει σημαντική βελτίωση στον πόνο και τη κινητικότητα, καθώς και μείωση των δεικτών φλεγμονής.




